Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θουκυδίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θουκυδίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Επιτυχίες μαθητριών του Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Εκ αποστάσεως διεξήχθη η τελική φάση του 10ου Πανελλαδικού Μαθητικού Διαγωνισμού Φιλοσοφικού Δοκιμίου, τον οποίο για ακόμη μια χρονιά με επιτυχία οργάνωσε το Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Σ’ αυτήν την τελική φάση, στους/στις πρώτους/τες εννιά μαθητές/τριες, σημαντικότατη ήταν η διάκριση τριών μαθητριών του σχολείου μας. Συγκεκριμένα, η μαθήτρια Μαρία – Ταξιαρχούλα Στεφανέλλη (Β΄ Λυκείου) κατάλαβε την τέταρτη θέση με Ειδικό Έπαινο Αριστείας και η Μαριάνθη –Χαραλαμπία Κουτσκουδή (Β΄ Λυκείου) την έκτη με Έπαινο Διάκρισης, ενώ η Μαριάννα Καμπάκου (Α΄ Λυκείου) κατέλαβε την ένατη με Έπαινο Διάκρισης.
Οι παραπάνω μαθήτριες, το απόγευμα της Παρασκευής (23 Απριλίου) διαγωνίστηκαν στη συγγραφή φιλοσοφικού δοκιμίου στα ελληνικά· το θέμα του είχε σχέση με τον λοιμό που ενέσκηψε στην Αθήνα του Πελοποννησιακού Πολέμου το 430 π.Χ. Τους δόθηκε απόσπασμα από την Ιστορία (κεφ. 2) του Θουκυδίδη (σε μετάφραση Ελευθέριου Βενιζέλου), και τους ζητήθηκε να αναπτύξουν «την φιλοσοφική άποψή τους για το πώς η οριακή κατάσταση του φόβου του θανάτου διαμορφώνει ή οφείλει να διαμορφώνει την ηθική συνείδηση». Το πρωί του Σαββάτου (24 Απριλίου), διαγωνίστηκαν στη συγγραφή φιλοσοφικού δοκιμίου, στην αγγλική γλώσσα· το θέμα του είχε σχέση με τη σκέψη του κορυφαίου Γάλλου φιλοσόφου και διανοητή Paul Ricoeur. Συγκεκριμένα, τους ζητήθηκε να σχολιάσουν απόσπασμα από το βιβλίο του Fallible Man: «για τις συναισθηματικές συγκρούσεις που ανοίγουν τον δρόμο για τον αυτο-μετασχηματισμό».
Στέκομαι ιδιαίτερα στη φιλοσοφική σκέψη του Paul Ricoeur (1913-2005) γιατί οι αναφορές του σ’ αυτή, στα σχολικά εγχειρίδια του μαθήματος της Φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών εν γένει αντί να είναι συχνές δυστυχώς είναι απειροελάχιστες. Καταγράφω δύο: στο βιβλίο του καθηγητή Αρχές Φιλοσοφίας (Β΄ Λυκείου), στην τρίτη ενότητα «Τι είναι αλήθεια;» του δεύτερου κεφαλαίου, από το βιβλίο του History et Verite, υπάρχει μόνο ένα  μικρό απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στη «μεταβαλλόμενη αλήθεια» που, ως «minimum σκεπτικισμού, κάθε αξίωση γι’ αυτήν αναπτύσσει ένα minimum δογματισμού», στοχεύοντας με αυτόν τον τρόπο οι μαθητές/τριες μέσα από τη μακρά ιστορία της φιλοσοφικής παράδοσης, να συνειδητοποιήσουν τη χρήση της «ουσίας» της αλήθειας, εξετάζοντας παράλληλα «το αληθές και το ψευδές ως χαρακτηριστικά του λόγου μας». Αυτά στο βιβλίο του καθηγητή, που, κακά τα ψέματα, ο διδάσκων πολλές φορές δεν το λαμβάνει υπόψη του. Ενώ στο βιβλίο του μαθητή, η μόνη αναφορά στο όνομα του Ricoeur είναι η συνοπτική βιογραφία του στο ευρετήριο ονομάτων. Θα ρωτήσει, ίσως, κανείς γιατί αυτή η επιμονή μου στον Ricoeur. Έχω την γνώμη πως η φιλοσοφική σκέψη του σε διεπιστημονικό και διαθεματικό επίπεδο διδασκαλίας, σε μαθήματα όπως η Φιλοσοφία, τα Θρησκευτικά, η Ιστορία, η Κοινωνιολογία πολλά μπορεί να προσφέρει, αν βέβαια κάποια στιγμή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εμείς οι διδάσκοντες τα παραπάνω μαθήματα τολμήσουμε τον διάλογο επιστημών σε διδασκόμενες έννοιες όπως: αγάπη, ηθική, χρόνος, γλώσσα, Θεός, κόσμος, κόσμος, μνήμη, δικαιοσύνη, «εαυτός», «άλλος». Και αυτό το εγχείρημα μπορεί να στηριχθεί στα βιβλία του Ricoeur που έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Ενδεικτικά αναφέρω τα: Αγάπη και Δικαιοσύνη Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος Λόγος και Σύμβολο Η ΜΝΗΜΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ Η ΛΗΘΗ Το Κακό Ας σκαφτούμε τη Βίβλο
Και τα δύο φιλοσοφικά δοκίμια που κλήθηκαν να γράψουν οι 15 μαθητές/τριες της τελικής φάσης του εφετινού 10ου Πανελλαδικού Μαθητικού Φιλοσοφικού Διαγωνισμού Φιλοσοφικού Δοκιμίου, εντάσσονταν στο γενικότερο θέμα του: «Η βίωση του Οριακού: Κρίση – Ανάγκη – Μεταστροφή»[1]. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πως είχαν την ευκαιρία να ακούσουν δύο διαλέξεις. Στην πρώτη, με θέμα: «Εκπαίδευση και ελευθερία της σκέψης. Σκέψεις με αφορμή τη φιλοσοφία του Καντ», ομιλητής ήταν ο Γιώργος Σαγκριώτης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών, ενώ στη δεύτερη, με θέμα: «Παραγωγή και επικύρωση της γνώσης στον ψηφιακό χώρο», ομιλητής ήταν ο Μανώλης Πατηνιώτης, Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ.
Στην Τελετή Λήξεως του Διαγωνισμού χαιρετισμό απηύθυναν ο Πρόεδρος του Τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Παύλος Κόντος, και εκπρόσωπος του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Harvard. Την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και την απονομή των Βραβείων έκαμε ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής κ. Μιχαήλ Παρούσης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών.
Πέραν των θερμών συγχαρητηρίων προς όλους τους/τις μαθητές/τριες που συμμετείχαν στην πρώτη και τη δεύτερη φάση του διαγωνισμού, οφείλω να σημειώσω πως τέτοιοι διαγωνισμοί τους φέρνουν αντιμέτωπους/ες με ένα σημαντικό θα ‘λεγα ερώτημα: τι πραγματικά μπορεί να κάνει η Φιλοσοφία στη ζωή τους; Σίγουρα, η ενασχόλησή τους με αυτή, «δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο», όπως γράφει ο Θεόφιλος Βέικος σ’ ένα εισαγωγικό βιβλίο του για τις φιλοσοφικές σπουδές. Μπορεί, όμως, να τους δείξει τον τρόπο να «επεξεργάζονται και να προτείνουν πρότυπα απόδειξης, επιχειρήματα και λογικές μεθόδους, επίλυσης διαφορών και αντιθέσεων ανάμεσα σε άτομα, ομάδες, κράτη. Η φιλοσοφία μπορεί να περνά σαν σχολή του επιχειρήματος. Το τι σημαίνει επιχείρημα και λογική απόδειξη το μαθαίνει κανείς προπάντων στη φιλοσοφία». Η φιλοσοφία, λοιπόν, λειτουργεί ως «θεραπευτική αγωγή για το ανθρώπινο πνεύμα»[2].

[2] Βέικος, Θεόφιλος. (1988). Εισαγωγή στις Φιλοσοφικές Σπουδές. Αθήνα: Γρηγόρη, σ. 18.

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Η ελπίδα ως κατόρθωμα· 9ος Πανελλαδικός Μαθητικός Διαγωνισμός Φιλοσοφικού Δοκιμίου

Η ελπίδα ως κατόρθωμα 

Του Παύλου Κόντου* 

Η ελπίδα είναι πανταχού παρούσα στη ζωή μας: ευοδώνεται ή ματαιώνεται, αναγεννιέται ή απαξιώνεται. Την επικαλούμαστε ή μας εγκαταλείπει σε στιγμές κρίσης· τη θεωρούμε φυσική συνέχεια της πραγματικότητας σε στιγμές ευημερίας. Λοιδορείται από τους πραγματιστές (π.χ., τον Θουκυδίδη) και εκθειάζεται από τους ουτοπιστές (π.χ., τον Έρνστ Μπλοχ). Αυτό που μας διαφεύγει είναι ότι, ανεξαρτήτως συνθηκών, βίου, το να ελπίζουμε σωστά συνιστά επίτευγμα. 
Τι είναι η ελπίδα; Μια πρώτη απάντηση θα ήταν: η ελπίδα είναι συναίσθημα, όπως ο φόβος. Ενώπιον όσων φαντάζουν αβέβαια και απαιτούν την ανάληψη ρίσκου, αντιδράμε είτε με φόβο (μειώνοντας την έκθεσή μας στον κίνδυνο) είτε με ελπίδα (μην εγκαταλείποντας τα σχέδιά μας). «Πιστεύουμε ότι κάτι καλό θα προκύψει από τις ενέργειές μας» σημαίνει πως η ελπίδα ενσωματώνει την πεποίθηση ότι κάτι είναι εφικτό και την επιθυμία για την πραγμάτωσή του (εδώ, καλό σημαίνει επιθυμητό). Αν όντως η ελπίδα είναι συναίσθημα, τότε χαρακτηρίζεται από παθητικότητα. Δεν αποτελεί μια στρατηγική που αποφασίζουμε να υιοθετήσουμε πράττοντας ως εάν η τελεσφόρηση των πράξεών μας να ήταν πολύ πιο πιθανή από όσο πιστοποιούν τα δεδομένα. 
Αν και εφικτές και επιθυμητές καταστάσεις είναι επίσης τα αντικείμενα της προσμονής, η ελπίδα συνοδεύεται από πολύ ασθενέστερη βεβαιότητα από όση η προσμονή. Ειδικότερα, αφορά μόνο τα αβέβαια μελλοντικά πράγματα μπροστά στα οποία κινδυνεύουμε να χάσουμε το κουράγιο μας και, ανάμεσά τους, μόνο όσα δεν ανάγονται πλήρως στη δική μας παρέμβαση, δηλαδή όσα μας υπερβαίνουν. [Γι’ αυτό η ελπίδα είναι συμβατή με τη θρησκευτικότητα]. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί είτε σε πρόσκληση να διευρύνουμε στο μέλλον τις δυνατότητές μας, είτε σε επίγνωση της εξάρτησής μας από την παρέμβαση των άλλων (ή και της τύχης). Το πρώτο δείχνει ότι η ελπίδα αποτελεί όχημα για το πλάσιμο του εαυτού μας. Το δεύτερο ότι αποτελεί ένα φαινόμενο κοινωνικό: μαθαίνουμε να ελπίζουμε χάρη στο ότι, στην παιδική μας ηλικία, οι ενήλικες (οι «σημαντικοί άλλοι», όπως λένε οι ψυχολόγοι) συνέβαλαν ώστε να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας. Αργότερα, ως ενήλικες, μπορούμε να ελπίζουμε διότι έχουμε εμπιστοσύνη ότι κάποιος θα μας συντρέξει. Η ελπίδα, λοιπόν, δεν αποτυπώνει τη στάση μιας υπεροπτικής βούλησης που αποπειράται να επιτύχει όσα επιθυμεί στηριζόμενη αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις, αλλά τη στάση εκείνου που συνειδητοποιεί τα όριά του και, ταυτόχρονα, πιστεύει ότι η πραγματικότητα, οι άλλοι, και η τύχη είναι φιλόξενοι στα σχέδιά του. 
Μια ακριβέστερη απάντηση στο ερώτημα «τι είναι η ελπίδα;» θα ήταν: η ελπίδα είναι πιο σύνθετη από ένα απλό συναίσθημα· αποτελεί συστατικό της ικανότητάς μας για πράξη· εμπεριέχει ένα ιδιαίτερο στοιχείο ενεργητικότητας: την ικανότητά μας να παράγουμε εικόνες για το πώς θα είναι τα πράγματα όταν θα έχουμε πραγματώσει τους σκοπούς μας (εικόνες που λαμβάνουν την πρώτη ύλη τους από τη μέχρι τώρα εμπειρία μας). Με την εικονοπλαστική της δύναμη, η ελπίδα κατορθώνει να παραγάγει δύο ειδών ηδονές (όπως πρώτος είχε επισημάνει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική): μια πρώτη ηδονή με αντικείμενο αυτό που θα συμβεί στο μέλλον· και μια δεύτερη με αντικείμενο την απόλαυση της τωρινής εικόνας που σχηματίζω για το μέλλον. Χωρίς ελπίδα, τα κίνητρά μας για πράξη ακυρώνονται. 

Δεν ξέρουμε να ελπίζουμε σωστά 

Θα πρέπει να ξεφύγουμε από το παρακάτω απλοϊκό σχήμα: πρώτα αναδύεται η πεποίθηση ότι κάτι ελάχιστα βέβαιο είναι εφικτό μαζί με την επιθυμία γι’ αυτό και, στη συνέχεια, πεποίθηση και επιθυμία κινητοποιούν σε κάποιους – ενώ σε άλλους όχι – το συναίσθημα της ελπίδας. Αντιθέτως, η ίδια η ελπίδα με πρωτο-καθιστά ικανό να δω κάτι ως εφικτό. Συνιστά ένα βλέμμα που διανοίγει για εμάς το πεδίο όσων μελλοντικών καλών είναι εφικτά. Κάποιος παράλυτος ως προς την ικανότητα της ελπίδας είναι τυφλός απέναντι σε αυτό το πεδίο της πραγματικότητας. Άρα, η ελπίδα συνιστά ένα απαραίτητο στοιχείο της ανθρώπινης πράξης: την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τα μελλοντικά πράγματα στην αβεβαιότητά τους ως ένα πεδίο που είναι φιλόξενο στα σχέδιά μας. 
Στερούμενη ελπίδας, η ανθρώπινη πράξη θα ήταν χωρίς έρεισμα και μάταιη. Η κατάθλιψη είναι, μεταξύ άλλων, η παθολογική κατάσταση του πόνου για την απώλεια της ικανότητας να ελπίζουμε. Βέβαια, ένα πράγμα είναι η ματαίωση μιας ελπίδας, πολλών, ή όλων των ελπίδων, κι άλλο η ριζική ανικανότητα να ελπίζει κανείς. Άλλωστε, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση της προσμονής, οι ελπίδες είναι εξαιρετικά ευέλικτες κατασκευές, καθώς η ασάφειά τους επιτρέπει ποικίλες επιμέρους πραγματώσεις τους ή και επαναπροσδιορισμό τους. 
Η δυσκολία των περισσοτέρων από εμάς συνίσταται στο ότι δεν ξέρουμε να ελπίζουμε σωστά (αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε ελπίδα «επιεική» ή «αγαθήν»): συγχέουμε την ελπίδα με το ευχολόγιο (εκφυλίζοντάς την σε κενή αισιοδοξία)· τη φαντασία με τη φαντασιοπληξία (παραμορφώνοντας την εικονοπλαστική ικανότητα της ελπίδας σε σκέτη μυθοπλασία)· την επίγνωση των ορίων μας με τη δύναμη της θέλησης (ως εάν το «θέλω» να συνεπαγόταν το «μπορώ»)· τον Άλλον με τον ευεργέτη (ως εάν οι άλλοι να έπρεπε να επωμιστούν και τις δικές μας ενέργειες), κ.τ.λ. Το να ελπίζει κανείς σωστά είναι ένα κατόρθωμα. 

* Ο κ. Παύλος Κόντος είναι Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.