Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Η ιστορία του Φρανκενστάιν, που έγραψε η Αγγλίδα συγγραφέας Μαίρη Σέλεϊ το 1816 και εκδόθηκε το 1818, είναι γνωστή. Η νουβέλα περιγράφει την ιστορία ενός νεαρού φοιτητή Ανατομίας και Χειρουργικής, του Βίκτωρα, ο οποίος ανακαλύπτει το μυστικό να δώσει ζωή —μέσω του ηλεκτρισμού και χημικών μεθόδων— σε ένα δύσμορφο τέρας. Όταν όμως το αντικρίζει, το απορρίπτει έντρομος. Έλα όμως που αυτό το τέρας, νιώθοντας την απόρριψη, ζητά με οργή εκδίκηση στον δημιουργό του. Διαβάζοντας κανείς το έργο της Σέλεϊ, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει ότι η αλαζονεία του ανθρώπου να ξεπεράσει τα όρια της επιστήμης λειτουργεί ως ένας σύγχρονος μύθος του Προμηθέα.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που εκδόθηκε το βιβλίο των Sven Ortoli και Nicolas Witkowski, «Η μπανιέρα του Αρχιμήδη» (εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 1997). Στο έργο αυτό, οι συγγραφείς αφιερώνουν ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο της Σέλεϊ (σσ. 60-68), αναλύοντας τον Φρανκενστάιν ως σύμβολο υπέρβασης της επιστημονικής ηθικής. Ο Φρανκενστάιν αποτελεί την προσωποποίηση της ύβρεως, ενσαρκώνοντας τον διαχρονικό φόβο της ανθρωπότητας απέναντι στην ανεξέλεγκτη χρήση της τεχνολογίας και των δημιουργημάτων της.
Στο βιβλίο των Ortoli και Witkowski τονίζεται, μάλιστα, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρεξήγηση που έχει επικρατήσει στο άκουσμα και μόνο του ονόματος «Φρανκενστάιν»: δεν είναι λίγοι εκείνοι που μπερδεύουν το όνομα του δημιουργού με το δημιούργημα. Ο Φρανκενστάιν είναι ο επιστήμονας, ενώ το τέρας δεν έχει όνομα. Αποτέλεσμα αυτής της σύγχυσης; Στη συνείδηση του κόσμου, επιστήμονας και τέρας έχουν γίνει ένα.
Ακόμη και ο Μάνος Χατζιδάκις, στο βιβλίο του «Τα Σχόλια του Τρίτου», γράφει πως «από την ώρα που ο Φρανκενστάιν γίνεται στόλισμα νεαρού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του». Προσπαθώντας μάλιστα να αιτιολογήσει την άποψή του αυτή, σημειώνει το εξής εκπληκτικό: «Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».
Ο Νικόλαος Μπερντιάγεφ, πάντως, έχει δίκιο όταν αναφέρεται στη σύγχρονη επιστήμη. Στο έργο του «Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο» (εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 43-44), γράφει: «Η σύγχρονη επιστήμη έχει έναν ανάλογο χαρακτήρα. Περνά μέσα από τις σφαίρες της φυσικής ζωής που δε συνδέονται πια με το περιβάλλον, όπου ήταν συνηθισμένος ο άνθρωπος. Η φυσική ανακαλύπτει τον ήχο που δεν ακούγεται, το φως που δε φαίνεται και τις σύγχρονες τεχνικές εφαρμογές. Υπεροπτική για την απόλυτη αξία της μας μεταφέρει σ’ έναν ασυνήθιστο χώρο, σ’ ένα απάνθρωπο κοσμικό περιβάλλον. Θα έλεγε κανείς πως οι πρόσφατες ανακαλύψεις ξεπερνούν τα πιο τολμηρά όνειρα, τις πιο τρελές εικασίες. Αλλά γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι αυτή η τεχνική μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε μια καθαρά τεχνική λειτουργία που τον απανθρωπίζει, όπως εδώ και χρόνια έγραψα στο άρθρο μου: Ο άνθρωπος και η μηχανή».
Γιατί αξίζει οι μαθητές (ιδιαίτερα του Λυκείου) να διαβάσουν το βιβλίο «Η μπανιέρα του Αρχιμήδη;» ρώτησα κάποια στιγμή, διδάσκοντας την έννοια της επιστήμης στο μάθημα των Θρησκευτικών. Νομίζω πως η απάντηση δεν είναι περίπλοκη. Στην εποχή μας, που το σχολείο δεν διδάσκει την απομυθοποίηση της επιστήμης —απεναντίας, τη μετατρέπει σε ένα βαρετό σχολικό μάθημα, αντί για μια συναρπαστική περιπέτεια, που είναι και η ιερή αποστολή κάθε γνωστικού αντικειμένου— το βιβλίο των Sven Ortoli και Nicolas Witkowski βοηθά τους μαθητές να διακρίνουν και να αντιπαραθέσουν τη διαφορά ανάμεσα στον επιστημονικό μύθο (το «μήλο» του Νεύτωνα, το «εύρηκα» του Αρχιμήδη, τη «γάτα» του Σρέντιγκερ) και την πραγματική επιστημονική έρευνα, στην οποία δυστυχώς δεν μυούνται.
Με απλά λόγια, «Η μπανιέρα του Αρχιμήδη» μαθαίνει στους μαθητές να μην δέχονται άκριτα έτοιμες ιστορίες, αλλά να τις ψάχνουν σε βάθος. Και εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στις θετικές επιστήμες, αλλά και στις θεωρητικές. Οι συγγραφείς δίνουν τη χρυσή ευκαιρία στους μαθητές, μέσω της λογοτεχνίας, να διαβλέψουν τους ηθικούς προβληματισμούς που προκύπτουν από την επιστημονική εξέλιξη.
Αν πιστεύουμε ότι το σχολείο, και ειδικότερα το Λύκειο, προετοιμάζει τους μαθητές για σπουδές στο Πανεπιστήμιο, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πώς θα τους αφυπνίσουμε ούτως ώστε να σκέφτονται ως μικροί «επιστήμονες» και όχι ως απλοί απομνημονευτές πληροφοριών.
